Copyright 2017 - webdesigned by sakosk

Αντισυλληπτικά

Ως αντισύλληψη ορίζεται η προσωρινή αποφυγή μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, που γίνεται μέσω ορμονικών χειρισμών.

Από τον ορισμό γίνεται αντιληπτό, ότι ο ειδικός γιατρός για τη χορήγηση αντισυλληπτικών είναι ο ενδοκρινολόγος, ο οποίος οφείλει να βρίσκεται σε πλήρη συνεργασία με τον γυναικολόγο.

Το αντισυλληπτικό συνήθως αποτελείται από έναν συνδυασμό οιστρογόνου και προγεσταγόνου. Το πρώτο αντισυλληπτικό χάπι κυκλοφόρησε το 1960 με την ονομασία Enovid. Από τότε έχουν γίνει πολλά βήματα και φτάνει να σκεφτούμε ότι σήμερα η ποσότητα των ορμονών που περιέχουν να νέα αντισυλληπτικά είναι δέκα φορές μικρότερη από εκείνη του πρώτου εκείνου δισκίου.

Όταν χορηγούνται για 3 εβδομάδες με μία εβδομάδα διακοπή, τότε εμφανίζεται έμμηνος ρύση. Αντίθετα η συνεχής χορήγηση χωρίς διακοπή αναστέλλει την έλευση της έμμηνου ρύσεως.

Η έναρξη των δισκίων πρέπει να γίνεται κατά προτίμηση από την πρώτη ημέρα της περιόδου και σίγουρα όχι μετά την 5η ημέρα. Είναι επίσης πολύ σημαντικό να μην παραλείπεται κανένα δισκίο και να λαμβάνονται με τη σειρά που υποδεικνύεται στη συσκευασία τους.

Τα αντισυλληπτικά χάπια επιτυγχάνουν τον στόχο τους δηλαδή της αντισύλληψη με μεγάλη επιτυχία (ποσοστό αποτυχίας μόλις 0,1%), ωστόσο δεν προφυλάσσουν από τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.

Πριν τη χορήγηση των αντισυλληπτικών δισκίων ο γιατρός σας οφείλει να προβεί σε κλινική εξέταση των γυναικών, καθώς και να ζητήσει τον απαραίτητο εργαστηριακό έλεγχο. Έτσι το βέλτιστο είναι να προηγείται έλεγχος των μαστών και έλεγχος για καρκίνο τραχήλου, επίσης έλεγχος για σακχαρώδη διαβήτη, δυσλιπιδαιμία, ηπατική νόσο και μέτρηση αρτηριακής πίεσης.

Τα κλινικά προβλήματα που ενδέχεται να παρουσιαστούν από τη χορήγηση των αντισυλληπτικών είναι η ενδιάμεση αιμόρροια, η φλεβική και η αρτηριακή θρόμβωση.

Ενδιάμεση αιμόρροια

Ο τίτλος αυτός αναφέρεται στην παρουσία αίματος περίπου στα μισά του κύκλου. Η παρουσία της είναι συχνότερη σε καπνίστριες ή μπορεί να οφείλεται στη μικρότερη δοσολογία ορμονών που περιέχουν τα νεότερα δισκία ή στην ασταθή λήψη των δισκίων ή σε φλεγμονές του τραχήλου και της μήτρας. Συνήθως η παρουσία της δεν σχετίζεται με αύξηση του κινδύνου αποτυχίας της αντισυλληπτικής δράσης των δισκίων εκτός και εάν οφείλεται σε ασταθή λήψη των δισκίων.

Φλεβική θρόμβωση

Ο αυξημένος κίνδυνος οφείλεται στην αύξηση της παραγωγής των παραγόντων που ευνοούν τη θρόμβωση (παράγοντας V, VII, X και ινωδογόνου). Ο κίνδυνος εμφάνισης φλεβοθρόμβωσης είναι αυξημένος τους πρώτους μήνες και μειώνεται 3 μήνες μετά από τη διακοπή των δισκίων.
Οι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης είναι:
• Το κάπνισμα
• Η μεγάλη περιεκτικότητα των δισκίων σε οιστρογόνο (π.χ. > 50 μg αιθυνύλοιστραδιόλη)
• Το κληρονομικό ιστορικό φλεβοθρόμβωσης
• Η παρουσία αντίστασης στην πρωτείνη C η οποία είναι μια κατάσταση κληρονομική
• Η μετάλλαξη στον παράγοντα V Leiden (ο κίνδυνος αυξάνεται κατά 5-8 φορές στις ετεροζυγώτριες και κατά 80 φορές στις ομοζυγώτριες)

Οι κιρσοί δεν αποτελούν αντένδειξη εκτός και εάν είναι εκτεταμένοι.

Αρτηριακή θρόμβωση

Είναι λιγότερο συχνή από τη φλεβική αλλά είναι πολύ πιο επικίνδυνη. Οι πιο συχνές εκδηλώσεις της αρτηριακής θρόμβωσης είναι το έμφραγμα του μυοκαρδίου και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο αρτηριακής θρόμβωσης είναι:
• Η ηλικία μεγαλύτερη των 40 ετών
• Η αρτηριακή υπέρταση
• Το κάπνισμα
• Η σοβαρή ημικρανία
• Η μεγάλη περιεκτικότητα των δισκίων σε οιστρογόνο

Καρκίνος του μαστού και αντισυλληπτικά

Έχει περάσει στην κοινή αντίληψη ότι τα αντισυλληπτικά δισκία αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού. Αυτό εν μέρει σήμερα είναι ένας μύθος. Σε νεαρές γυναίκες κάτω των 35 ετών η χρήση των αντισυλληπτικών αυξάνει τον κίνδυνό μόνο κατά 20% που θεωρείται κλινικά ασήμαντη. Αυτή η μικρή αύξηση πιθανώς να οφείλεται στον αυξημένο έλεγχο ή σε επιτάχυνση αυξήσεως του μεγέθους ενός ήδη υπάρχοντος καρκίνου. Δεν υπάρχει ένδειξη αυξήσεως του κινδύνου σε παρελθούσες χρήστριες ή σε χρήστριες με υψηλότερη δόση οιστρογόνου. Επίσης δεν αυξάνεται ο κίνδυνος σε χρήστριες με θετικό οικογενειακό ιστορικό κακοήθειας στο μαστό ή με καλοήθη νόσο. Όμως ο κίνδυνος σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας είναι αυξημένος και είναι ένας επιπλέον λόγος αποφυγής χορήγησης τους σε μεγαλύτερες ηλικίες.

Ήπαρ και αντισυλληπτικά

Τα αντισυλληπτικά ενδεχομένως μπορεί να επηρεάσουν λίγο τα ηπατικά ένζυμα αλλά δεν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής ηπατικής νόσου. Ωστόσο λόγω του ότι αρκετά συχνά προκαλούν μείωση της μεταφοράς των χολικών αλάτων μπορεί να προκληθεί χολόσταση (ιδίως με τα παλαιότερα αντισυλληπτικά). Γι’ αυτό η χολοστατική ηπατική νόσος αποτελεί απόλυτη αντένδειξη στη χορήγηση αντισυλληπτικών.

Κάπνισμα και αντισυλληπτικά

Επειδή το κάπνισμα αυξάνει την πηκτικότητα του αίματος η χορήγηση αντισυλληπτικών σε καπνίστριες αυξάνει ακόμη περισσότερο τον κίνδυνο θρομβώσεων. Θεωρείται απόλυτη αντένδειξή η χορήγηση αντισυλληπτικών σε καπνίστριες ηλικίας μεγαλύτερη των 35 ετών και σχετική αντένδειξη όταν είναι μικρότερες των 35 ετών και καπνίζουν περισσότερα από 15 τσιγάρα την ημέρα. Για να εξαλειφθεί ο καρδιαγγειακός κίνδυνος από τη συγχορήγηση καπνού και αντισυλληπτικών θα πρέπει να έχει διακοπεί το κάπνισμα τουλάχιστον για ένα έτος πριν την έναρξη των δισκίων. Σήμερα υπάρχουν νεότερα δισκία (π.χ. με 20 μg αιθυνύλοιστραδιόλης) που επιφέρουν σχετικά μειωμένο κίνδυνο θρομβώσεως.

Σακχαρώδης διαβήτης και αντισυλληπτικά

Ο χορήγηση τους επιτρέπεται σε νεώτερες γυναίκες, μη καπνίστριες, χωρίς εμφανή αγγειακή νόσο και χωρίς άλλους παράγοντες καρδιαγγειακής νόσου.

Δυσλιπιδαιμία και αντισυλληπτικά

Επειδή τα οιστρογόνα μπορεί να αυξήσουν τα τριγλυκερίδια, η μεγάλη υπερτρυγλυκεριδαιμία (> 750 mg/dl) αποτελεί απόλυτη αντένδειξη λόγω του κινδύνου παγκρεατίτιδας. Επίσης η συνύπαρξη δυσλιπιδαιμίας με αγγειακή νόσο ή κάπνισμα αποτελεί αντένδειξη στη χορήγηση αντισυλληπτικών.

Παχυσαρκία και αντισυλληπτικά

Οι παχύσαρκες γυναίκες που λαμβάνουν αντισυλληπτικά παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης και φαίνεται ότι η αντισυλληπτική δράση είναι μειωμένη.

Αρτηριακή υπέρταση και αντισυλληπτικά

Οι γυναίκες που έχουν υπέρταση δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αντισυλληπτικά, εκτός και εάν έχουν άριστη ρύθμιση, είναι μικρότερες των 35 ετών, δεν καπνίζουν και δεν έχουν άλλους παράγοντες κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου.

Εάν πάσχετε από μία εκ των κατωτέρω αναφερόμενων παθήσεων καλό είναι να σύζητήσετε με τον ιατρό σας για το αν μπορείτε να λάβετε αντισυλληπτικά:
Προηγηθής διαβήτης κυήσεως – Λειομυώματα μήτρας – Καλοήθης νόσος μαστού – Προλακτίνωμα – Ημικρανία – Επιληψία – Κατάθλιψη – Δρεπανοκυτταρική αναιμία – Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος – Ελκώδης κολίτιδα και νόσο του Crohn.

Ευεργετικές επιδράσεις

Πέρα όλων αυτών, τα αντισυλληπτικά έχουν πολλές ευεργετικές επιδράσεις. Μέσω της αντισυλληπτικής τους δράσης έχουμε αποφυγή εκτρώσεων. Επίσης προκαλούν μείωση της δυσμηνόρροιας, βελτίωση αναιμίας οφειλόμενη σε μηνορραγίες, αύξηση της οστικής πυκνότητας, μείωση του καρκίνου του ενδομητρίου και ωοθηκών, μείωση σαλπιγγίτιδων, ευεργετικά αποτελέσματα σε κύστεις ωοθηκών και σε ενδομητρίωση.

Νικόλαος Βάλβης Ενδοκρινολόγος Διαβητολόγος στην περιοχή της Λάρισας.

f t g m